Η εποχή μεσουρανούσαν οι μάνατζερ

i-epochi-pou-mesouranousan-oi-manatzer

Όταν ο Χούλιο Μπάλμας ήρθε στην Ελλάδα το '70 (στο πλαίσιο πάντα της διάσημης ταινίας Η Ρένα Είναι Οφσάιντ), συνοδευόταν από τον αμίμητο μάνατζέρ του, που υποδυόταν ο Βασίλης Τσιβιλίκας. Στο μεταξύ, τα πράγματα άλλαξαν αρκετά.

Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα είναι φανταστική, θα μπορούσε να γράφει στους τίτλους τέλους. Σχεδόν, είναι η αλήθεια. Ο σημερινός χορός των εκατομμυρίων σίγουρα δεν έχει καμία σχέση με την ελληνική κωμωδία. Ασφαλώς ούτε και ο ρόλος του μάνατζερ, εκτός ίσως από κάποιες αχνές ομοιότητες που μπορεί να διακρίνει κανείς όσον αφορά το «ντάντεμα». Επειδή ο ρόλος ενός μάνατζερ δεν περιορίζεται στις μεταγραφές. «Τις μεταγραφές τις κάνουν οι ποδοσφαιριστές με τη δουλειά τους· εμείς λειτουργούμε ως σύμβουλοι», εξηγεί ο μάνατζερ ποδοσφαιριστών Γιάννης Ευαγγελόπουλος. «Πρέπει να του δώσεις να καταλάβει ποιο είναι το συμφέρον του και να του δείξεις πώς να διαχειρίζεται τη δόξα και τα χρήματά του», συμφωνεί και ο μάνατζερ Κώστας Μπότος.

Δεν γνωρίζουμε αν ο Ronaldo ρώτησε τη μαμά του προτού πάει στη Ρεάλ, στην ελληνική πραγματικότητα όμως πολλές είναι οι περιπτώσεις ποδοσφαιριστών οι οποίοι προτίμησαν την οικογενειακή θαλπωρή από το ρίσκο μιας μεταγραφής στο εξωτερικό. «Υπήρξε σύζυγος ποδοσφαιριστή που δεν τον άφησε τρεις φορές να πάει στο εξωτερικό», λέει ο Κώστας Μπότος. Ανάλογες περιπτώσεις, όμως, έχουν να διηγηθούν σχεδόν όλοι οι μάνατζερ. Μερικές φορές, οι παίκτες υπερεκτίθενται στα Μέσα, ενίοτε μάλιστα χωρίς τη θέλησή τους. Συνήθως, σε αυτό βοηθά ο συνδυασμός της καλής απόδοσης, της προσωπικότητας και της φυσιογνωμίας. Αυτή η προβολή αναμφισβήτητα εξυπηρετεί και την ομάδα. Ο Γιάννης Ευαγγελόπουλος επισημαίνει: «Συνήθως, αυτό δεν κοστίζει αγωνιστικά, αλλά όσον αφορά την εμπορευσιμότητα του αθλητή. Οταν η απόδοση δεν είναι αναμενόμενη, όλοι σχολιάζουν ότι “τον έφαγε ο Τύπος”». Συμβαίνει, βέβαια, και το αντίθετο.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα των ποδοσφαιριστών είναι η ανασφάλειά τους. Η καριέρα τους διαρκεί λίγο και εξαρτάται από πολλούς αστάθμητους παράγοντες, όπως οι τραυματισμοί.

Υπάρχουν και οι περιπτώσεις όπου το «ντάντεμα» αποκτά πιο προσωπική μορφή. Ο Κώστας Μπότος θυμάται πώς απέτρεψε έναν διάσημο πελάτη του από το να παντρευτεί μια ανήλικη ή πώς έπεισε έναν άλλον που έκανε εξωσυζυγική σχέση να επιστρέψει στην οικογένειά του και να κάνει παιδί.

Άλλες φορές, πάλι, οι απαιτήσεις είναι πιο λαμπερές: Οι ποδοσφαιριστές συχνά ζητούν στα συμβόλαιά τους ακριβά σπίτια και αυτοκίνητα ή ακόμα και πολυτελή υπερατλαντικά ταξίδια που αφορούν μέλη της οικογένειάς τους. Πολλές φορές, τα σπίτια αυτά πρέπει να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της οικογένειάς τους. Υπάρχουν όμως και κρούσματα... νεοπλουτισμού.

«Πολλοί κατηγορούν τους ποδοσφαιριστές ως άμυαλους», σχολιάζει ο Γιάννης Ευαγγελόπουλος. «Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η ανασφάλειά τους. Η καριέρα τους διαρκεί πολύ λίγο, γύρω στα δέκα χρόνια, και εξαρτάται από πολλούς αστάθμητους παράγοντες, όπως οι τραυματισμοί. Πρέπει να υπάρχει σχέση εμπιστοσύνης με τον μάνατζερ σε μεγάλο βαθμό. Συμβουλεύουμε κάποιον ακόμα και για το τι αυτοκίνητο θα αγοράσει. Γιατί αν δεν έχει κάνει συμβόλαιο εκατομμυρίων, θα πρέπει να σκεφτεί τι επενδύσεις θα κάνει».

Οι περισσότεροι, πάντως, συμφωνούν ότι ένας ποδοσφαιριστής παίρνει αυτό που του αξίζει. Οσοι το θεωρούν υπερβολικό ας σκεφτούν ότι πάνω από όλα οι ποδοσφαιριστές είναι αθλητές και μάλιστα του πιο δημοφιλούς αθλήματος.