Γλιστράνε οι πάγοι της Ανταρκτικής, πέφτουν μέσα στον ωκεανό και, πριν προλάβουμε να πούμε «σωσίβιο», δημιουργείται ένα τεράστιο παλιρροιακό κύμα που σαρώνει τα πάντα. Η στάθμη της θάλασσας ανεβαίνει κατά 50 μέτρα και συνεχίζει να ανεβαίνει με την τήξη του πάγου μέσα στη θερμότερη θάλασσα.
Δεν μπορεί να συμβεί; Έτσι λέτε; Τα γραπτά των Σουμερίων, η Παλαιά Διαθήκη, ο Πλάτωνας και οι Μάγια της Νοτίου Αμερικής δεν φαίνεται πάντως να συμμερίζονται την αισιοδοξία αυτή!
Οι αρχαίοι είχαν την «κάθαρση» όταν τα πράγματα έφταναν στο απροχώρητο. Μήπως στις μέρες μας δεν έχουμε φτάσει εκεί που δεν πάει άλλο; Ένας κατακλυσμός ίσως θα έφερνε την κάθαρση στη φύση. Να μείνει σε τελική ανάλυση η Γη στις φάλαινες και στα δελφίνια, στα μυρμήγκια και στις μέλισσες, στους χιμπαντζήδες, στις ζέβρες και στις ψείρες τους. Διότι μόνο αυτά εκτιμούν το περιβάλλον.
Ποιο ΥΠΕΧΩΔΕ και ποιο υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, μωρέ; Μήπως υπάρχει κάποιο αντίστοιχο σε μια αγέλη ελεφάντων; Ή μήπως κάποιος τέως μουστάκιας τερμίτης απονέμει έπαθλο στο μυρμήγκι που θα σηκώσει τον πιο βαρύ σπόρο σιταριού; Μόνο ένας μαστούρης ή – στην καλύτερη περίπτωση – ένας μπεκρής, θα αποκαλούσε το χάλι μας «πολιτισμό» και θα το εννοούσε!
Δεν αξίζουμε την Γη, κύριοι. Ούτε εσείς ούτε εγώ ούτε κανένας. Όλοι εγωιστές, κερδοσκόποι και καιροσκόποι είμαστε. Όποιος διαφωνεί, ας σκεφτεί όλες αυτές τις διαμαρτυρίες και τα μπλόκα που συναντούμε καθημερινά και πώς όλα αυτά ξεχνιούνται όταν τρέχουμε στις κάλπες για να ηδονιστούμε σημειώνοντας «Χ» στο κάθε καρυδιάς καρύδι, λες και ήτανε η Μάντσεστερ Γ. ή η Τσέλσι!
Υποθέτουμε λοιπόν πως γίνεται ο κατακλυσμός και από τα δέκα εκατομμύρια Έλληνες μένουνε καμιά διακοσαριά χιλιάδες. Και πολλοί είναι βέβαια, αλλά... κάνουμε και ρουσφέτια βεβαίως βεβαίως. Αυτοί οι 200.000 το βάζουνε στα πόδια αφήνοντας ανήμπορους γονείς να πνιγούνε σαν ποντίκια και σκαρφαλώνουν στην Πίνδο, στον Όλυμπο, όπου μπορέσουν. Ούτε χαρτί έχουν μαζί τους, ούτε μολύβι, ούτε μαγνητόφωνο.
Μένουν εκεί πάνω μέχρι να αποσυρθεί το νερό, πράγμα που μπορεί να πάρει ΠΟΛΥ καιρό. Με το πολύ νερό βέβαια, αλλάζει βίαια το κλίμα, προκαλούνται θύελλες, καταστρέφεται το οικολογικό σύστημα. Αρχίζουν να τρώνε ό,τι βρουν μπροστά τους. Και τα ρεπάνια αποτελούν μια ευχάριστη ανάμνηση. Τρώνε βελόνες του πεύκου, ροκανίζουν φελλό, αν είναι τυχεροί βρίσκουν και καμιά σαύρα! Να κι ένας πολύ πιθανός διάλογος:
«Τι είναι αυτό, Κώστα μου;». «Σαύρα, Πόπη μου. Προτιμάς, στήθος ή μπούτι;».
«Αχχχ… Δεν το αντέχω πιααα... Πριν τρεις βδομάδες καυγαδίσαμε γιατί εγώ ήθελα γιουβέτσι ενώ εσύ επέμενες για φρικασέ... Και το ψυγείο ήτανε γεμάτο παγωτό, χυμούς, κόκα-κόλα, τυρί και βούτυρο… Πώς μπορώ να φάω ωμή σαύρα, Κώστα μουουου;». (Κλάμα και οδυρμός). «Έλα, μην κάνεις έτσι αστέρι μου, μπόρα είναι και θα περάσει. Γδάρε τη σαύρα κι εγώ θα βρω λίγο γρασίδι για να φάμε ωμό φρικασέ α λ’ ερπέτ»!!!
Τραβηγμένο λέτε, ε; Καλάαααα! Αφού περάσει το πρώτο σοκ, αφού ο άνθρωπος συνηθίσει να καθαρίζει τον ποπό του με πέτρες και τσουκνίδες και να πλένεται με νερό γεμάτο βδέλλες, όλα όσα είχε απλόχερα και τότε τα περιφρονούσε ζητώντας στον αντίποδα BMW και βίλες και χλιδάτες διακοπές, του φαίνονται πολυτέλεια. Και τότε λέει το πανάρχαιο «στερνή μου γνώση, να σ’ είχα πρώτα»...
Πρόταση
Ουντινέζε - ΠΑΟΚ 1 1,85
Νασιονάλ - Λιμπερτάδ 1 1,95






